Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

Παίζοντας, μαθαίνοντας με τους κλασικούς



H. Daumier (1808-1879) "Η αρπαγή της Ελένης"


Στη συζήτηση για το πώς μπορούν να επιβιώσουν τα κλασικά γράμματα και ο πολιτισμός τους αναφέρεται συχνά πώς θα πρέπει η διδασκαλία τους να γίνεται με «ελκυστικό», με «ευχάριστο», με «παιγνιώδη» τελικά τρόπο. Το «μαθαίνοντας παίζοντας» έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα πολλές δοκιμαστικές εφαρμογές στον χώρο της εκπαιδευτικής αρχαιογνωσίας, αν και τα οποιαδήποτε αποτελέσματα είναι μάλλον αδιάγνωστα. Στην αύρα, ή τον αέρα, της διδασκαλίας των αρχαίων με παιγνιώδη παραδοσιακά μέσα -κόμικς, σταυρόλεξα, «αντίστροφα» (στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά) επικαιρικά κείμενα, κλπ.-, έρχονται να προστεθούν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και εικονικοί κόσμοι. Το συνέδριο «Ελληνικά και Ρωμαϊκά Παίγνια στην Εποχή των Υπολογιστών», οργανωμένο από το Τμήμα Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών του Norwegian University, θα δοκιμάσει να δείξει πώς οι games studies και οι κλασικοί δεν είναι μόνο μόδα. Ομιλητές, μεταξύ άλλων, η Barbara McManus , δημιουργός του VRoma, και ο Andrew Reinhard. Το πρόγραμμα του συνεδρίου προσφέρεται εδώ
.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2009

Το κλασικό, το μάτι, η φωνή και η ακοή




Στη συζήτηση για την αξιοποίηση των υπολογιστών στη διδασκαλία των κλασικών κειμένων κυριαρχεί ο λόγος για την εικόνα, ενώ πολύ λίγα πράγματα έχουν προταθεί για τη χρήση της φωνής και της ακοής. Η τρέχουσα διδακτική πρακτική, όταν δεν εγκλωβίζεται στα αδιέξοδα "των θεωριών της μεγάλης διαίρεσης", αγνοεί ότι σε ικανό μέρος των έργων της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας η σύνθεση, η εκτέλεση, η μετάδοση και η πρόσληψή τους, ήταν προφορική. Η προφορική διάσταση των κλασικών έργων όχι μόνο δεν αντιμάχονταν τα χαρακτηριστικά της ὄψεως, αλλά τα προϋπέθετε κιόλας. Στον Σιμωνίδη τον Κείο (556-448 π.Χ.) αποδίδεται εξάλλου το απόφθεγμα "ὁ λόγος τῶν πραγμάτων εἰκών ἐστίν". Τη χαμένη και λησμονημένη τιμή της φωνής και της ακοής στη διδασκαλία των κλασικών κειμένων (κυρίως των λατινικών), αξιοποιώντας την τεχνολογία podcast, δοκίμασε να αποκαταστήσει πρόσφατα μια ομάδα δασκάλων στην ετήσια συνάντηση του αμερικανικού συνδέσμου για τις φιλολογικές σπουδές (APA). Λόγια και γράμματα εδώ
.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2008

Αρχαία ελληνική γλώσσα: από τα θρανία στις οθόνες



1) Η σκηνή προέρχεται από την κινηματογραφική ταινία Amarcord του Φελίνι (1973). Ο τίτλος Amarcord αποδίδει φωνητικά τη φράση "mi ricordo", που στο ρομανικό ιδίωμα σημαίνει "θυμάμαι". Το έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτοβιογραφικό (χωρίς ωστόσο κεντρικούς πρωταγωνιστές και πλοκή), με κέντρο αναφοράς την παιδική και εφηβική ηλικία του Φελίνι στη γενέθλια πόλη του, το Ρίμινι της Ιταλίας, κατά τη δεκαετία του 1930, οπότε ο φασισμός βρίσκεται στην πλήρη κορύφωσή του.

Στη φαντασιακή, λίγο πολύ, αυτή αναδρομή προβάλλονται, μεταξύ άλλων, δρώμενα από τη σχολική ζωή, όπου τα μαθήματα (εδώ τα αρχαία ελληνικά) διεξάγονται με τον πλέον φαιδρό τρόπο: ο δάσκαλος προσπαθεί μάταια να μάθει τον μικρό Οvo να προφέρει τον τύπο ἐμάρψαμεν στο επόμενο απόσπασμα του Αρχιλόχου (61 D.), όπου προσβάλλεται η καπηλεία του ηρωισμού:

ἑπτὰ γὰρ νεκρῶν πεσόντων, οὓς ἐμάρψαμεν ποσίν,
χείλιοι φονῆές εἰμεν


(«εφτά οι νεκροί· σαν τους ποδοπατήσαμε,
είμαστε χίλιοι οι φονιάδες τους», μτφρ. Γ. Δάλλας).

O Φελίνι χρησιμοποιεί συχνά διαλεκτικές εκφράσεις, λεξιπαίγνια και κλινόμενες λέξεις, προκειμένου να τονίσει το παράλογο των καταστάσεων στο Amarcord. Ωστόσο, η "παρωδιακή" χρήση τους δεν έχει τίποτε το περιφρονητικό προς τα ιδιώματα, όπως αυτό των Romanogli. Αντίθετα, συμφωνούν με τη φυσιογνωμία του έργου, που επιμένει στις γελοιογραφικές όψεις της Ιταλίας της εποχής (C. Gaudeuzi.2002. Memory, Dialect, Politics. Linguistic Strategies in Fellini's Amarcord, σ. 161-162. Στο F. Burke, & M. Waller [επιμ.], F. Fellini. Conteporary Perspectives. Univ. Toronto Press). Εξάλλου, σ' ένα πρώιμο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο ("My Rimini") ο σκηνοθέτης διηγείται πώς η δραματοποίηση του ηρωϊκού μεγαλείου της Ιλιάδας συνοδευόταν από ανατροπές και διαψεύσεις.


2) Στο επόμενο στιγμιότυπο από την ελληνική ταινία "Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο", του Αλέκου Σακελλάριου (1959), το "θύμα" της διδασκαλίας είναι η Όμηρος ("ο μεγάλος αυτός ποιητής της αρχαιότητος"). Ο αρχάριος δάσκαλος των αρχαίων ελληνικών, μόλις που έχει μπορέσει να επιβάλει κάποια σχετική ησυχία στη "θηλυκή" αυτή ζούγκλα του μαυροπίνακα, την οποία ωστόσο διαδέχεται αμέσως το προσωπικό δούλεμα και η διακωμώδηση του μαθήματος. Οι μαθήτριες "βρίσκονται" στην πρώτη ραψωδία της ομηρικής Οδύσσειας (α 123-124), που χαρακτηρίζεται, λόγω προφανώς του τεμαχισμού της ύλης στα σχολικά εγχειρίδια της εποχής, γενικά και αόριστα ως "κεφάλαιο":

"Χαῖρε, ξεῖνε, παρ' ἄμμι φιλήσεαι. αὐτὰρ ἔπειτα
δείπνου πασσάμενος μυθήσεαι ὅττεο σε χρή".
.

("Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε κι αφού το δείπνο μας
χορτάσεις, τότε μας λές τον λόγο της επίσκεψής σου", μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης).

Πρόκειται για την υποδοχή της μεταμορφωμένης σε Μέντη Αθηνάς από τον νεαρό Τηλέμαχο. Η επιλογή του χωρίου (που συμπληρώνεται από τον δάσκαλο με τον στίχο α 125 =Ὤς εἰπὼν ἡγεῖθ', ἡ δ' ἕσπετο Παλλὰς Ἀθήνη) είναι εύστοχη ανατροπή, στον βαθμό που και ο δάσκαλος έρχεται, όπως η Αθηνά Παλλάδα, λίγο πολύ ως "ξένος, για πρώτη φορά στην τάξη, και γίνεται, όπως γίνεται δεκτός, από τις μαθήτριες. Κατά τα άλλα, εξέχουν ο χλευασμός της διαχρονικής γλωσσικής συνέχειας ("έτσι μιλάνε και στο σπίτι της") και της διασημότητας του ποιητή ("ποιον Όμηρο;"), η υπονόμευση του μόχθου της αποστήθισης του πρωτοτύπου, το "σπουδογέλοιον" ύφος του δασκάλου, που ξέρει απέξω κι ανακατωτά το πρωτότυπο, και η αποψίλωση του "Παλλάς" (α 125) από επιθετικό προσδιορισμό της θεάς σε κινηματοθέατρο.




3) Στα "χτυποκάρδια στο θρανίο", του Αλέκου Σακελλάριου (1963), οι μαθήτριες έχουν "προχωρήσει" στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Βρίσκονται τώρα στο "εδάφιο" της ομηρικής Οδύσσειας, όπου η μεταμορφωμένη Αθηνά ξυπνά τη Ναυσικά και, "κατηγορώντας" την ότι αδιαφορεί για την "αποκατάστασή" της, την προτρέπει να πάει να πλύνει τα προικιά της στην παραποτάμια όχθη της Σχερίας. Εκεί, ως γνωστόν, θα συναντήσει τον παρ' ολίγον γαμπρό της Οδυσσέα. Το κρίσιμο απόσπασμα, με το οποίο αρχίζει και τελειώνει η κωμική σκηνή είναι το ζ 25-27α:

"Ναυσικάα, τί νύ σ' ὦδε μεθήμονα γείνατο μήτηρ;
εἵματα μέν τοι κεῖται ἀκηδέα σιγαλόεντα,
σοὶ δὲ γάμος σχεδόν ἐστιν...


("Ω Ναυσικά, γιατί τόσο νωθρή να σε γεννήσει η μάνα σου;
Αφρόντιστα σου μένουν τα λαμπρά σου ρούχα,
κι όμως ο γάμος πια σου γνέφει"..., μτφρ. Δ.Ν.Μ.)

Αρκετά από τα κωμικά στοιχεία στο έργο αυτό έρχονται από το προηγούμενο στιγμιότυπο. Και εδώ επίσης το θέμα του επικείμενου ομηρικού "γάμου" δένει με τον συντελεσμένο στο έργο ανάμεσα στην καθυστερημένη μαθήτρια και τον (απόντα από τη σκηνή) καθηγητή ιατρικής. Ωστόσο, το "διακύβευμα" τώρα είναι η μετάφραση, καθώς, δίχως την υποστήριξή της, μόνο ένα "Ναυσικάα..." μπορεί να προφερθεί.


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

"Οι άνθρωποι, εργαλεία των εργαλείων τους"


Τις πιο φανατικές επικρίσεις για τη χρήση του powerpoint έχει διατυπώσει ο Edward Tufte (ομότιμος καθηγητής στο Yale, όπου δίδαξε στατιστική και σχεδιασμό πληροφοριακών συστημάτων και διεπιφανειών χρήσης). Ο Tufte αποδίδει στην (κατα-)χρηστική λειτουργία του powerpoint, εκτός από γνωστικές βλάβες, πολιτικές διαστάσεις. Αναγνωρίζοντας ότι ο "ζαχαρώδης χυλός" (phluff) με τα ποικιλόχρωμα bullets, τα ετερο-ομοιόμορφα templates και τα clips art εστιάζει στην παρουσίαση παρά στο περιεχόμενο, ο αποκληθείς Leornando Da Vinci των data αμερικανός καθηγητής (στο έργο του The Cognitive Style of PowerPoint) παρατηρεί ότι το μαξιμαλιστικό ύφος του εν λόγω λογισμικού εγκαθιστά ολοκληρωτικού τύπου σχέσεις ανάμεσα στον ομιλητή και το ακροατήριό του, όπως τις γνώρισε στο παρελθόν η ανθρωπότητα στα ρωμαϊκά αμφιθέατρα, τις παρελάσεις των Ναζί και τις σταλινικές συγκεντρώσεις.

Η ιστορία είναι αποκαλυπτική, συνεχίζει ο Tufte, επειδή, πίσω από τη μεταφορά του γνωστικού στυλ του powerpoint, βρίσκεται η ίδια η εταιρεία λογισμικού. Δηλαδή μια μεγάλη γραφειοκρατία, με έργο της τον υπολογιστικό προγραμματισμό (βαθειά ιεραρχική και αυστηρά δομημένη) και την αγορά (βασισμένη στην ταχύτητα, την παραπλάνηση, την εντολή και όχι την ανάλυση, τη σκέψη με σλόγκαν και την αγοραία ηθική). Το να περιγράφεις έναν οίκο λογισμικού είναι σαν να περιγράφεις το γνωστικό στυλ του powerpoint. Στο αγοραίο και συνάμα αυταρχικό αυτό πλαίσιο, ο ομιλητής στέλνει σημεία δύναμης (power points) με bullets σε όσους τον παρακολουθούν. Ο Tufte παραδειγματίζει αυτές τις απόψεις του, μεταποιώντας μια εικόνα από στρατιωτική παρέλαση στην Πλατεία Στάλιν στη Βουδαπέστη το 1956:



Μια καλύτερη μεταφορά για παρουσιάσεις, καταλήγει ο Tufte, είναι η διδασκαλία. Οι δάσκαλοι προσπαθούν να δίνουν εξηγήσεις στους μαθητές τους με αξιόπιστο τρόπο -κάτι που επί ματαίω επιχειρούν οι παρουσιάσεις με powerpoint. O πυρήνας των ιδεών της διδασκαλίας (η εξήγηση, η συλλογιστική σκέψη, η ερώτηση, το περιεχόμενο, η απόδειξη, η αξιόπιστη εξουσία και όχι το πατρονάρισμα) είναι ο αντίθετος πόλος της ιεραρχημένης και προσανατολισμένης στην αγορά προσέγγισης.

Μαντιθέου απολογία


Η φιλοξενία του "Ύπέρ Μαντιθέου" λόγου του Λυσία στο σχολικό εγχειρίδιο της Β Λυκείου και στα συνοδευτικά δοκίμια και σχόλια στο "βιβλίο του καθηγητή" ελάχιστα πείθουν τον αναγνώστη ως προς το ότι ο υπερασπιστικός αυτός λόγος προϋποθέτει μια ισχυρή (για την τότε πολιτική συγκυρία) κατηγορία, με βάση την οποία ο απολογούμενος (Μαντίθεος) θεωρούνταν φιλο-ολιγαρχικός.

Τα συνοδευτικά σχόλια και κείμενα αναφέρονται φυσικά στα πραγματολογικά συμφραζόμενα της κατηγορίας, ωστόσο είναι μονομερώς προσανατολισμένα στην ριζική ανατροπή της. Έτσι, ο Μαντίθεος εμφανίζεται λίγο πολύ ως εξιλαστήριο θύμα μιας πολιτικής σκευωρίας κάποιων αφελών "αντιδημοκρατικών", τα κίνητρα των οποίων παραμένουν ασαφή και σκοτεινά, τα οποία καλούνται μάλιστα να υποθέσουν καθηγητής και μαθητές (σε σχετική άσκηση του σχολικού εγχειριδίου).

Ο εκτοπισμός της πειστικότητας της κατηγορίας και της λαθραίας κυκλοφορίας της στην απολογία του Μαντίθεου έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να μη γίνεται κατανοητή και δικαιολογήσιμη η ικανότητα του Λυσία να προσαρμόζει τους λόγους του στο ήθος του εκάστοτε πελάτη του-ομιλητή (την ἠθοποιίαν). Ο ρητορικός, γενικότερα, λόγος αντλεί το κύρος του από το κατά πόσο και πώς συγκρούεται/διαλέγεται προς τον αντίπαλο λόγο, τα σήματα του οποίου είναι διαρκώς παρόντα και ορατά στο καταγωγικώς προφορικό αυτό "κείμενο".

Το επόμενο άρθρο του Ευ. Αλεξίου (δημοσιευμένο το 2001 στο περιοδικό "Ελληνικά", αρ. τεύχ. 80: 25-41) αποκαθιστά την προηγούμενη μονομέρεια, επιμένοντας κυρίως στις ολιγαρχικές "συμπάθειες" του Μαντίθεου, που εξηγούν και τους λόγους για τους οποίους η ἠθοποιία του Λυσία δεν είναι μόνο "αντι-παθητική" προς το κατηγορητήριο αλλά και κατάλληλα προσαρμοσμένη στο ήθος του πελάτη του.